Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Βυσσιώτ’κη μπάλα





« Σ’αυτά τα δύσκολα χρόνια, τα χρόνια της οικονομικής δυσπραγίας, όπου άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, όλοι πιεζόμαστε, ας μην χάσουμε την ανθρωπιά μας, ας μην χάσουμε την αλληλοκατανόησή μας, ας μη χάσουμε τις μικροχαρές της καθημερινότητάς μας, ας μη χάσουμε το χαμόγελό μας. Ελπίζω να σας φτιάξει για λίγο τη διάθεση η παρακάτω περιγραφή του βυσσιώτικου ποδοσφαίρου, μιας άλλης εποχής, λίγο μακρινής, λίγο άγνωστης αλλά και πολύ αθώας ».



Βυσσιώτ’κη μπάλα


Η ομάδα του ΄΄Ακρίτα΄΄ μπροστά στην αναγειρόμενη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, 
μια από τις παλιότερες φωτογραφίες της ομάδας.
Σήμιρα Αλέκους λουϊρνάει στου χουριό κι βαράει την  κουδούνα τ’. Άκσητει να διούμει τι θα πει.
-Σήμιρα , κατά του κιντί, θα έχ(ει) μπάλα στου γήπηδου. Θα παλέψουν δικοί μας μι του Γιμιρλί. Να έρτει ούλ(οι) να διείτει. Έτσθα βάλουμει κι ντιαάκ(ι)  στην ουμάδα.
Στου γήπηδου γίνιτει χαμός. Μαζώχκαν πιρσσοί Μπαϊρίσ(οι) και Ουβίσ(οι) για να διουν μπάλα. Ήρταν κι καμπόσοι Γιμιρλιώτ(οι). Αραδιάσκαν πιρσσοί κατά του Γήλιου Βασίλιμα, λίητσκοι πή'αν κατά του Γήλιου Γέννημα, άλλ(οι) πάλι  πή'αν κοντά στα ντιουρέκια.
Λόυρα λόυρα του γήπηδου είνει γιμάτου κόσμου. Μα τι κόσμους είνει αυτός, τι καλαμπαλ(ί)κ ! Μέχρι και παππούδεις ήρταν μι τα ζουνάρια τ’ς, τα καλπάκια τ’ς και τα πουτούρια τ’ς. Βγάζουν τα τσιακμάκια απ’ τα ζουνάρια κι ανάβουν τις τσιγάρεις απ’ του φιτίλ(ι).
Μιρικές μπάμπεις μπουρμπουλουμένεις αραδιάσκαν καλούτσκα  στου τσιμέν(ι) κι κουλαντίζουν. Τα πηδούδια πλαλούν μέσα στου γήπηδου, κινη’ούντει, ρίχνουν κουλουτούμπεις, συνειρίζουντει. Πηδιά  ντεμέκ, τι χαλεύς.
      Σπουράς λουυρνάει με του καλάθ(ι) κι πουλάει τσιμπουντίκεις. Ένα μπιλιουρούδ(ι) μισή δραχμή. Ούλτρανοί ματσιαλιούντει μι τους κουλουκυθόσπουρους κι μι τα τσιόφλια που φτύνουν γέμσει καταής σαν τααλών(ι) μι τάχυρου..
    Κάποτις βγαίνει Κώλιας  μι μια φαρδιά κι κουντή σωβρακίνα ίσια μι του γόνατου κι μι κάτι μαλλιαρές πουδάρεις σαν αρκούδα. Ούλ(οι) σκάζουν στα γέλια όταν τουν γλέπουν. Ένας τουν φουνάζ(ει) :
-Κώλια, πόσεις πήχεις πανί χρειάσκει να ’φαίν(ει) γυναίκα σ’ς, για να ράψ(ει) τέτοια σωβρακίνα ; 
Αυτός κά’μ(ει) ντεμέκ πως δεν ακούει κι αρχινάει έναν πλάλου στου γήπηδου. Στου στόμα τκρατάει μια ντουντούκα . Δεν είνει δικιά τ’, την χάλιψαν απτουν μπιχτσή τουν  Γιαμγιαννάκου
 
 Η μπάλα εκείνα τα χρόνια είχε ΄΄εξωτερικό΄΄ δερμάτινο και εσωτερικά σαμπρέλα, για να την κολλούν όταν τρυπούσε, κάτι που γινόταν πολύ συχνά.
Πλαλώντας έρχουντοι κι παίχτεις. Απτου τσιουλάκου του χέρ(ι) είνει δικοί μας μι κίτρινις φανέλεις κι μαύρα σώβρακα. Απτου καλό του χέρ(ι) είνει Γιμιρλιώτ(οι) μι μαβιές φανέλεις κι μαύρα σώβρακα. Κώλιας απουλνάει μια σφυρίχτρα, μα τι σφυρίχτρα. Φουβήθκα, λες κι μέπιασει μπιχτσής  στα Μυχτέρια να κλέβου από κανένα χουράφ(ι) καρπούζια . Τόσου πιρσσό τη φύσηξει βλοημένους! Ύστιρα παίρν(ει) τη μπάλα κι τη βαράει μ' όλ(η) τη δύναμη τ' κατά πάν', ντίκι ντικινέ, πιρσσό αψηλά. Όλ(οι) μαϊνιούντει για να βαρέσουν τη μπάλα. Τσ τσ τσ ! Αρέ βλουημέν(οι), τρέχουν σαν τιρλοί, μια κατά παν’ κι μια κατά κατ’, σκουντούν, βαρούν τη μπάλα, πηδικλώνουντει κι κατρακυλούν, αλλά πάλι σκώνουντει κι πλαλούν.Πάει! Νταμυαλάντσαν!
Τη μπάλα την έχ(ει) τώρα Μπουρνουσούζς κι πλαλάει. Τη μαϊνιάει στη Μαύρη, την παίρνει αυτός κι παέν(ει) καρσί για του τέρμα. Ρε του πίτσκου, κουντούτσκου είναι μα χαμνούτσκου. Κοίτα τι πλάλου που κάμ(ει)! Χώνειτει μπρουστά τ' ένας μπαμπάτσκους Γιμιρλιώτς . Τι να κάν(ει) αυτό, τη σαβουρντά στη Βουτίνα. Ρε του πιτσκκάρκου κι αυτό! Λιανό λιανό αλλά σαν του φίδι πιρνάει τους Γιιμιρλώτεις. Τη δίνει στουν Τσέτσινη κι αυτός παίρν(ει) φόρα κι σημαδεύ(ει) του ντιουρέκ(ι). Ου, μπάλα τρία ντούμια μακριά απτου λόρτου του ντιουρέκι πέρασει.
   Μ' αυτήν την μπάλα από ΄΄παρτσάλια΄΄ έπαιζαν τα παιδιά ξιπόλητα και όταν βαρούσαν με το ΄΄μπασ(ι)παρμάκ(ι) 
δεν τους πονούσε, γιατί ήταν μαλακούτσ'κ(η)  !
 
     Τώρα τη μπάλα την έχουν Γιμιρλιώτ(οι). Κατηβαίνουν αγλήουρα, ο ένας τη δίν(ει) στουν άλλουν, δικοί μας πλαλούν, σκουντούν, παασχίζουν, άμα την μπάλα δεν μπουρούν να την πάρουν. Α, χαμνά έρχουντει κατιμάς, κατά πάνου μας, τα πράματα δεν τα γλέπου  καλά! Μπουμπουνάει Γιμιρλιώτς τη μπάλα, η Σπανάκα, ο δικός μας τερματοφύλακας,    μαϊνέτει σαν ξανξάρ(ι), μα η μπάλα πιρνάει απ’ τη γουνιά.
-Τιου τιου τιου, κρίμας, ένα γκολ μας έβαλαν ! Ούλχουχλατίζουν απτου ζόρι τς.
Τώρα τη μπάλα την παίρνουν οι δικοί μας απτου γκουντούλ(ι) που είνει μέσ(η) στη μέσ(η) του Γήπηδου. Τσιαβίνα πλαλάει μι τη μπάλα, καταπόδ(ι)  πλαλούν κι Γιμιρλώτ(οι). Ένας Γιμιρλιώτς του βάζ(ει) την πουδάρα τ’, πηδικλώνιτει  κι τρώει μια κουλουτούμπα, μα τι κουλουτούμπα ! Τα μούτρα τσβαρνίσκαν καταής κι κατρακυλάει σαν βουτσούδ(ι). Παρλάτσει κι του σώβρακου τ'! Κώλιας σφυρίζει δυνατά, αλλά Τσιαβίνα σκώνιτει, τι ακρίτας είνει, δεν έχει τίπουτα.  
Τη βάζουν τη μπάλα κατaής κι Μάης παίρν(ει) φόρα κι τη σημαδεύ(ει). Φεύγει σφαίρα αυτή κι πααίν(ει) κι πιρνάει κουντά απτα πουδάρια του τερματοφύλακα. Αχ, τι καλά, κόσμους χουρουπηδάει, τσιρίζ(ει), φουνάζ(ει), ούλα  ίσια, ένα μένα, είμαστει πάτσ(ι).
    Ο Κώλιας διαιτητής ξανασφυρίζ(ει) , σκών(ει) τα κόλια τκαταπάνκαι βγάζει μια αγριοφωνάρα:
      -Σταματάμει τώρα για μόλα. Ούλ(οι) να παν όξου απ’ τα σημάδια.
      Πλαλούν δικοί μας κατά του μπουλούκ(ι) τουν κόσμου, πλαλούν κι Γιμιρλιώτ(οι) καρσί. Τους δικούς μας τους δίνουν κι πίνουν γκαζόζια κι Γιμιρλιώτ(οι) σκώνουν τα λαϊνούδια για να πιουν νιαρό.
-Παέντει ρε κι στις Γιμιρλιώτ(οι) κανένα γκαζόζ(ι) για να μη μας λεν πως είμαστει αφιλότιμοι.
Ένα πηδούδ(ι) παέν(ει) μη τουν κουβά κι τους δίνει γκαζόζια.
      Η ώρα πιρνάει, ούλείνει ξαπλαρουμέν(οι) κατάής στου τσιμέν(ι). Ήγκαν ντάμα απτουν πλάλου κι ξικουράζουντει

 Η ομάδα του ΄΄Ακρίτα΄΄  το 2015.
Κώλιας θα πρέπ(ει) να σφυρίξ(ει) για να ξαναρχίσουν, μα κείνους βλουημένους πααίν(ει) κι έρχιτει μέσα στου γήπηδου, ταμπαρώνιτει και πάλι σκώνιτει κι δεν ξέρου τι κάμ(ει).
      -Άειντει ρε Κώλια, τι γκιζιρνάς μεστου γήπηδου, φύσα τη ντουντούκα ΄ς  ναρχινέψουμει.
      -Αρτου έρμου  χάθκει ντοντούκα μκι τη χαλεύου.
      -Άμα την έχασεις χιτς μη την χαλεύς. Θα την ήβρει κι θα την πήρει κανένα πηδούδ(ι). Κοίταξει να βρεις  άλλιαν.
      Όσου κι να ρουτούν,  μπιχτσή δε βρίσκουν. Μπιχτσής ιδώ, μπιχτσής εκεί, πουθινά μπιχτσής. Κώλιας τραβάει τα μαλλιά τ’ , πανίσια φανέλα τ' γέμσει γίδρουτα κι δεν ξέρ(ει) τι να κάμ(ει).
      -Έλα Κώλια, χιτς μη σταναχουριέσει. Γω σοι έκαμα μια ντουντούκα απτην ουτιά. Καβράντα την κι αρχίνα.
Την καβραντά(ει) Κώλιας, τη φυσάει,  αλλά δεν ακούειτει κι καλά, συμπληρώνει με τη φουνάρα τ’:
      -Αγλήουρα ναρχινέψουμει,ήγκει κιντί, να μη μας πιάσει σκουτίδα.
Τώρα αρχινούν κι πάλι τουν αγώνα. Γιμιρλιώτ(οι) τρέχουν κατά του τέρμα του δικό μας, Ντόουρους τρέχ(ει) να τους σταματήσ(ει), τους σκουντάει να μην έρτουν, τραβάει έναν απ’ του μανίκ(ι), αυτός σκουντάει του δικό μας και τουν προυσπιρνάει, κουντεύ(ει) κατά του ντιουρέκ(ι) μας. Κώλιας βλέπ(ει) ότι θα μας βάλουν γκολ, σφυρίζει όσο μπουρεί δυνατά, κουνάει κι τις χειρούκλεις τ’ κι όλ(οι) σταματούν.
      -Φάουλ για τη Βύσσα, σκούντηξτει τουν δικό μας.
Οι Γιμιρλιώτοι φωνάζουν , βρίζουν, τρέχουν προς τον Κώλια, αυτός αρτσιώνιτει, αλλά κάποιος δικός τους πιο ψύχραιμος  τους σταματά κι  δέχουντει του φάουλ. Έτσ(ι) γλίτουσει η εστία μας κι δεν μπήκει γκολ
 
 Ο ΄΄Ακρίτας΄΄ τη δεκαετία του 1950
Του ματς συνιχίζιτει, μι μια τους δικούς μας να κατεβαίνουν κι μια  τους Γιμιρλιώτεις, αλλά  κανένας δεν μπορεί να βάλει γκολ. Η ώρα πέρασει, κόντιψει γήλιους να βασιλέψ(ει) στα γρούνια του ντιαρέ κι κανένας δεν ανικάει, είμαστει  πάτσ(ι), ένα μι ένα.
      Τώρα τη μπάλα την παίρν(ει) απτην δικιά μας μιριά Νταουλτζής κι μι τις τρανές πουδάρεις τπααίνει  τσιαμπουτζιάκ κοντά στην άλλη εστία. Τουν τυλίζουν τρεις τέσσερεις Γιμιρλιώτ(οι) κι για να μην την κλέψουν,  τη δίνει αγλήουρα στουν Σαραντή. Αυτός τοιμάζιτει να σημαδέψει, αλλά την κατσιουρντάει κι την παίρνουν Γιμιρλιώτ(οι). ΄Ενας τουν σκουντάει κι αυτός ξαπλώνιτει καταής κι δεν κουνιέτει, μάξους ζουρλαντάει κι κάμ(ει) πως αγ(ί)ρτσει του πουδάρ(ι) τ' .
        - Ολέ λε! Μοι σκώτουσαν κιρατάδεις! Δεν τους βλέπ'ς διατητή; Πού την έχ'ς τη ντουντούκα σ' ;
      -Μπινάλτ, μπινάλτ φουνάζει Κώλιας, χωρίς να φυσήξ(ει) την ντουντούκα τ’.
Τρέχουν Γιμιρλιώτ(οι) απού λόυρα απτουν Κώλια, διαμαρτύρονται, φωνάζουν.
      -Είνει μπινάλτ , πάει μπίτσει, αποφαίνεται ο Κώλιας.
Τον σκουντούν Γιμιρλιώτ(οι), σκουντάει κι αυτός, σκουντούν κι δικοί μας, βρίζουντει κι σε λίγο αρχινούν να πέφτουν κλουτσιές κι μπουχτάν(οι). Έρχουντει κι μιρικοί νταήδεις δικοί μας απόξου, τυλίγουν τους Γιμιρλιώτ(οι). Αυτοί βλέπουντας του μπατιρντί που ένιτει κι για να μη φαν δαρμό, μαζώνουν τσιαμπουτζιάκ  τα πανταλόνια τ'ς και τις φανέλις τ'ς κι παίρνουν την πατέκα άκρα άκρα απ'τις γραμμές για του Γιμιρλί.
      Έτσ(ι) μπήτσει του ματς μι τους δικούς μας να λεν πως είμαστει 2 μι του 1 γιατί του μπενάλτ θα έμπεινει μέσα αν του κουπανούσαν κι Γιμιρλιώτ(οι) να λένπως είμαστει πάτσ(ι), 1 μι του 1 γιατί δεν ήταν μπενάλτ.
Τώρα πιο είνει άτσμπα του σουστό, δεν ξέρου να σας του πω. Χιτς μη ρουτάτει. Σεις τρανοί είστει, κιφάλα σας κόφτ(ει), μπουρείτει να σκιφτήτει κι ν’απουφασίστει  !

Φαρμακίδης Γιώργος

      ( Υ.Γ.:Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή γεγονότα είναι τελείως συμπτωματική. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα ΄΄Βορειοανατολικά΄΄)
                          
 

Ο τερματοφύλακας είναι έτοιμος να ΄΄καβραντήσ(ει)΄΄ τη μπάλα, για να μη μπουμπουνήξ(ει)  απάν' στου τσιουλάκου δουκάρ(ι) κι του χαλάσ(ει).



Πολλές από τις εικόνες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο. Επισημαίνουμε ότι εικόνες και κείμενα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, θεωρούνται ότι είναι για δημόσια χρήση. Αν τυχόν θίγονται συγγραφικά δικαιώματα, παρακαλούμε να μας ενημερώσετε, οπότε και θα προβούμε στην αφαίρεση  των αναρτηθέντων  στο δικό μας ιστολόγιο.
        Πάντως ευχαριστούμε όλους όσους δημοσιεύουν κείμενα και εικόνες που συμπίπτουν με τα δικά μας ενδιαφέροντα και θα χαρούμε αν κάνουν χρήση των δικών μας δημοσιευμάτων.