Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Ν.ΒΥΣΣΑ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Ν.  Β Υ Σ Σ Α
Η ιστορική κωμόπολη της Θράκης


Πανοραματική εικόνα της Ν. Βύσσας


ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ Ν. ΒΥΣΣΑΣ

Η Νέα Βύσσα με πληθυσμό 2.844 κατοίκους , σύμφωνα με την απογραφή του 2001, βρίσκεται στο βορειοανατολικότερο πεδινό σημείο το νομού Έβρου, νότια από την παλιά ελληνική πόλη Αδριανούπολη, της οποίας το θρακικό όνομα ήταν Ουσκουδάμα. Ο λαός της, όπως προκύπτει από τη μελέτη των ηθών και των εθίμων του, αλλά και της ψυχοσύνθεσής του, προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τον πανάρχαιο ισχυρότατο και πολεμικό λαό της Θράκης των Βησσών (ή Βέσσων), που κυριαρχούσε στην ίδια περιοχή,   όπως αναφέρει πρώτος ο Ηρόδοτος.
                                          
Για να επιχειρήσουμε να βρούμε την αρχή της ίδρυσής του χωριού, πρέπει να στηριχτούμε στην παράδοση, που έχει δημιουργήσει διάφορες εκδοχές. Την εποχή της τουρκοκρατίας λοιπόν, συναντούμε μια μικρή ομάδα οικογενειών που κατοικεί στο κέντρο της άλλοτε χώρας τους, σε μικρό οικισμό, 8 με 10 χλμ. περίπου νοτιοδυτικά της Αδριανούπολης, στις παρυφές υψωμάτων με την ονομασία Παλάτι. Ο οικισμός αυτός, επειδή διέτρεχε τον κίνδυνο του πλήρους αφανισμού, λόγω του ότι βρισκόταν υπό τη διαρκή απειλή ληστών, αναγκάστηκε να μετοικήσει πλησιέστερα προς την Αδριανούπολη, όπου και περιορίζονταν οι κίνδυνοι. Ο τόπος αυτός ήταν η  Μπόσνα ("τόπος των Βοσνίων"). Οι  Τούρκοι το έλεγαν Μποσνάκιοϊ, από τις λίγες οικογένειες Βοσνίων αιχμαλώτων που διέμεναν εκεί. Μετά τη μετοίκηση όμως των νέων κατοίκων, πήρε το όνομα Βοσνοχώριον. Η παραμονή των Βοσνίων ήταν προσωρινή, χωρίς να αναμειχθούν με τους Έλληνες κατοίκους και χωρίς καμιά άλλη επίπτωση, εκτός από την ονομασία στο χωριό.

Σχεδιάγραμμα Μποσνοχωρίου (από περιγραφές χωριανών)
Σχεδιάστηκε από τον Μαρασλή Αναστάσιο.


Οι κάτοικοι επιδόθηκαν στην χωροθέτηση και  στην εν γένει οργάνωση του χωριού τους. Οι δρόμοι του ήταν ίσιοι από την μια άκρη του χωριού έως την άλλη. Είχε τρεις πλατείες. Η μία ήταν στο βόρειο μέρος το χωριού, κοντά στο ποτάμι και ονομαζόταν Καβάκα, γιατί υπήρχε εκεί ένα τεράστιο "καβάκι" (λεύκα). Σε αυτήν την πλατεία γίνονταν οι χοροί και τα γλέντια του καλοκαιριού. Η δεύτερη βρισκόταν νοτιότερα της Καβάκας, σε μια τούμπα (ύψωμα) που υπήρχε εκεί. Την έλεγαν Αμπάρα, γιατί εκεί βρισκόταν τα αμπάρια (αποθήκες), όπου συγκέντρωναν τα προϊόντα που έδιναν σαν φόρο στους Οθωμανούς. Η Τρίτη βρισκόταν δίπλα στους μύλους το Σιαντίδη, στο νοτιοανατολικό μέρος του χωριού και ονομαζόταν η Πλατεία των μύλων. Το σχολείο και η εκκλησία βρίσκονταν στο βόρειο μέρος του χωριού δίπλα στο ποτάμι και ανατολικά από την Καβάκα. Υπήρχαν δύο σχολικά κτίρια, ανάμεσα στα οποία ήταν χτισμένη η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Οι νέοι κάτοικοι έχοντας απαλλαχθεί από τους επιδρομείς και από την τουρκική καταπίεση, επιδόθηκαν ολόψυχα σε ειρηνικές ασχολίες, όπως: στη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη σηροτροφία, την αμπελουργία και την υφαντουργία. Το χωριό τροφοδοτούσε την Αδριανούπολη με άφθονα λαχανικά και φρούτα, καθώς είχε πολλούς λαχανόκηπους και ήταν μόνο Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί, χωρίς να υπάρχει κανείς αλλόφυλος. Κάθε μέρα με τα κάρα τους οι λαχανοπαραγωγοί έφερναν φρέσκα λαχανικά στην Αδριανούπολη, έχοντας πάντα μαζί τους και από 1-2 βοηθούς, είτε παιδιά τους, είτε παραγιούς.
Αντρόγυνο Βυσσιωτών με την παραδοσιακή στολή τους 
το 1922 (Από το αρχείο της Ελ.Φιλιππίδου)

     Σύντομα οργανώθηκαν σε μια λαμπρή κοινότητα (Δημογεροντία), η οποία αφού απέκτησε μεγάλη διοικητική ισχύ, κατόρθωνε να ιδρύει σχολεία και ναούς, να διορίζει δασκάλους, να αναζωπυρώνει την Εθνική Ιδέα, και όλα αυτά, ικανοποιώντας τεχνητά τα θελήματα των κατακτητών. Αν και έζησαν κάτω από δουλεία διατήρησαν αναλλοίωτες τις βασικές αρχές της ζωής τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τις παραδόσεις τους, τη γλώσσα του, τη θρησκεία τους και την αγάπη για την πατρίδα.
Επιγραμματικά και πολύ εύστοχα ο Ηλίας Τανταλίδης στο βιβλίο του ΄΄Βίος Στεφάνου Καραθεοδωρή΄΄ αναφέρει για το Βοσνοχώρι:
΄΄Χριστιανοί μεν του Ορθοδόξου δόγματος,΄ Ελληνες δε τα ήθη, την γλώσσαν, την καταγωγήν και το κυριότερον, την συνείδησιν΄΄.
          Επίσης ο Π.Ι. Αξιωτίδης στο βιβλίο του ΄΄Η Αδριανούπολη΄΄ αναφέρει πως ΄΄όταν ο Μητροπολίτης της Αδριανούπολης Κύριλλος ο ΣΤ΄ επισκεπτόταν το Βοσνοχώρι, πλημμύριζε η ψυχή του από χαρά, γιατί δεν υπήρχαν εκεί Τούρκοι και δεν είχε τζαμιά΄΄.
    Αυτή η πληροφορία, διασταυρούμενη και από άλλες ιστορικές πηγές, καταδεικνύει ότι το Βοσνοχώρι  ήταν ένα καθαρά αμιγές ελληνικό χωριό, χωρίς Τούρκους, οπότε μπορούσαν οι κάτοικοι να επιδοθούν ανενόχλητοι στις καθημερινές τους ασχολίες αλλά και στην τέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την προνομιακή κατάσταση έπαιζαν οι Δημογέροντες που φρόντιζαν να τα έχουν καλά με τους Τούρκους άρχοντες και να ικανοποιούν την φιλοχρηματία τους, από τον ταμείο των φόρων της Δημογεροντίας.

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
Ν. ΒΥΣΣΑΣ
Διατηρώντας δια μέσω των αιώνων την Ελληνική ορθόδοξη φυσιογνωμία του, το Μποσνοχώρι, κατάφερε να επιβιώσει μέσα από ιδιαίτερες αντίξοες συνθήκες της Οθωμανικής περιόδου και να αναδείξει κορυφαίες προσωπικότητες των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων.
      Από το Μποσνοχώρι καταγόταν ο
Γιώργης Παπάς ή Καραγιώργης ή Κούρτογλου ο οποίος μαζί με το γιο και τα αδέλφια του έτρεξαν να οργανωθούν στη Φιλική Εταιρία. Ο Καραγιώργης ήταν αρχηγός πολεμικού σώματος του Υψηλάντη κατά την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Διακρίθηκε ιδιαίτερα σε μάχες στο Γαλάτσι και στο Σκουλένι όπου έχασε τ' αδέλφια του και το γιο του και τραυματίστηκε και ο ίδιος. Μισοπεθαμένος σώθηκε στο ρωσικό έδαφος και μετά τη θεραπεία του, έφτασε επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος στην Ελλάδα όπου και πολέμησε ηρωικά με το Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι, με τον Καραϊσκάκη στο Χαϊδάρι, στην Αράχωβα, με τον Κολοκοτρώνη στη Δραμπάλα κ.α. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης τον αναφέρει τιμητικά: "... όπου ανδραγάθησε εις αυτήν την μάχην ο Καραγιώργης.... εμονομάχησε μόνος αυτός εναντίον είκοσι Τούρκων...". Μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης ο Καραγιώργης δεν αμείφθηκε και μη μπορώντας να επανέλθει στη γενέτειρά του, στο Μποσνοχώρι της Αδριανούπολης, διότι αυτό έμεινε υπόδουλο στους Τούρκους, έζησε πάμπτωχος και άσημος στην Αθήνα, εργαζόμενος ως ρακοπώλης μέχρι το θάνατό του, που επήλθε το 1854 από επιδημία χολέρας.
     Το Μποσνοχώρι υπήρξε γενέτειρα και της εξέχουσας οικογένειας των Καραθεοδωρήδων, μέλη της οποίας ανήλθαν στα ύπατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας και απέσπασαν παγκόσμια αναγνώριση, χωρίς να αλλάξουν την ορθόδοξη πίστη τους ή ν’ απαρνηθούν την ελληνική τους συνείδηση.