Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗ Ν. ΒΥΣΣΑ ΤΑ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ



ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΗ Ν. ΒΥΣΣΑ
ΤΑ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ






Ο καρνάβαλος που περιφέρεται σε πολλά μέρη της Ελλάδας,
 προσφέρει γλέντι, γέλιο και χαρά.






ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ

ΟΝΟΜΑΣΙΑ- ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

     Αποκριά (Απόκριες ή Αποκριές) χαρακτηρίζεται η περίοδος των τριών εβδομάδων πριν από την Καθαρά Δευτέρα, κατά την οποία επικρατεί το έθιμο του μασκαρέματος.  Ονομάστηκε έτσι γιατί συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας». Λέγεται και  Κυριακή της Τυροφάφου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά και όχι κρέας, για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής.
Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινογενήσ λέξη Καρναβάλι :Carneval γαλλικό, Carnevale ιταλικό, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει, carnem levare (απομακρύνω, εξαφανίζω το κρέας.

     Τις μέρες αυτές γίνεται το έθιμο του γλεντιού, της ψυχαγωγίας και του «μασκαρέματος», της μεταμφίεσης, που έχει παραμείνει από παλιές «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου.

           Η Καθαρά  Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής και απαγορεύεται κάθε εργασία, εκτός από το καθάρισμα των μαγειρικών σκευών από τα λίπη - γι' αυτό και ονομάστηκε "Καθαρά". Συμβολίζει την ψυχική "κάθαρση" κάθε χριστιανού πριν από την κατάνυξη της Μεγάλης Σαρακοστής και αποτελεί την τελευταία ευκαιρία για γλέντι, χορό και αστεία.

ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ

          Σύμφωνα με τα έθιμα που αναφέρονται στις γιορτές προς τιμήν του Διόνυσου, την πειρίοδο αυτή, πριν τον ερχομή της άνοιξης, οι ψυχές των νεκρών επανέρχονται από τον Άδη στον επάνω κόσμο. Αυτή η πίστη μεταφέρεται κατόπιν, κατά τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια, στον Χριστιανισμό. Στα σημερινά Ψυχοσάββατα της Αποκριάς, οι πιστοί επισκέπτονται τα νεκροταφεία, διαβάζουν ΄΄τρισάγια΄΄ και μοιράζουν κόλλυβα για τη συγχώρεση των ψυχών.

           Οι μεταμφιέσεις αρχικά σκόπευαν στο να παραστήσουν αυτές ακριβώς τις ψυχές και τα “πονηρά όντα” που, επιστρέφοντας στον απάνω κόσμο “παρενοχλούσαν” τους ζωντανούς . Οι μάσκες που φορούσαν οι μεταμφιεσμένοι ήθελαν να παραστήσουν τις τιμές και προσφορές προς τις ψυχές των νεκρών, έτσι που να βρουν ανάπαυση και δικαίωση και να ξαναγυρίσουν και πάλι στον κάτω κόσμο. Οι γιορτές όμως αυτές συμπίπτουν με τον ερχομό της Άνοιξης, της νέας καλλιεργητικής χρονιάς. Πρέπει λοιπόν να βρουν τρόπο οι καλλιεργητές να εξευμενίσουν τις ψυχές και τους δαίμονες της φύσης για να έχουν πλούσια παραγωγή στα χωράφια τους και στα κοπάδια τους. Αυτός ο τρόπος δεν είναι άλλος από τη μεταμφίεση.

          Με το μασκάρεμα και πίσω από το προσωπείο χάνουν την ισχύ τους βασικές έννοιες και αξίες του λαϊκού πολιτισμού: η ντροπή, το φιλότιμο, η λεβεντιά δεν ισχύουν στην Αποκριά. Η τιμή του άντρα δεν θίγεται πια. Η σεμνότητα στις γυναίκες γίνεται πονηριά, βωμολοχίες κλπ. Κυριαρχεί η ελευθεροστομία και το πείραγμα. Οι κανόνες συμπεριφοράς ανατρέπονται. Παρωδείται το μυστήριο του γάμου, διαλύεται ο φόβος του θανάτου με μια εύκολη “ανάσταση” ,όπως αυτή παρουσιάζεται στα κατά τόπους “δρώμενα”, κοροϊδεύεται ο θρήνος, η καθαριότητα πνίγεται στα κουρέλια κ.λ.π. Κυριαρχεί μια ερωτική, σεξουαλική ελευθεριότητα, που εκφράζεται με λόγια (όπως είναι λ.χ. το γνωστό σατιρικό τραγουδάκι «πώς το τρίβουν το πιπέρι») αλλά και με πράξεις θεατρικές. . Όλα αυτά χωρίς να δημιουργούνται παρεξηγήσεις και εντάσεις.

          Παλιότερα, τα μεμονωμένα άτομα ή  οι παρέες μεταμφιεσμένων, κυκλοφορούσαν στους δρόμους και γύριζαν τα βράδια στις γειτονιές τραγουδώντας άσεμνα και σκωπτικά τραγούδια. Αυτού του είδους, όμως, οι καρναβαλικές εκδηλώσεις χάθηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό με το πέρασμα του χρόνου για να επικρατήσουν οργανωμένες από τις τοπικές κοινωνίες και τυποποιημένες εορταστικές εκδηλώσεις με αποκριάτικες στολές και άρματα. Σ’ αυτές τις συλλογικές εκδηλώσεις, ομάδες μεταμφιεσμένων παίζουν συγκεκριμένους ρόλους, όπως π.χ. είναι ο ΄΄Μπέης΄΄ στη Ν. Βύσσα.



ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΧΑΡΤΑΕΤΟΥ


          Εικόνα από το Αλφαβητάρι της Α΄τάξης της δεκαετίας του 1950 που στους μεγαλυτέρους προκαλεί συγκίνηση!

     Ο χαρταετός είναι μια ελαφριά κατασκευή σκοπός της οποίας είναι να πετά με τη βοήθεια του αέρα. Ο χαρταετός κρατιέται από αυτόν που τον πετά μέσω της καλούμπας, ενός λεπτού σχοινιού.

          Στην Ελλάδα το πέταγμα του χαρταετού είναι μέρος των εθίμων της Καθαράς Δευτέρας και συγκεκριμένα του υπαίθριου εορτασμού της , τα λεγόμενα Κούλουμα. Ο σκελετός των χαρταετών κατασκευάζεται είτε από ελαφρύ ξύλο είτε από πλαστικό, ενώ το μέρος που φέρνει αντίσταση στον αέρα από πλαστικό φύλλο ή χαρτί.

          Οι χαρταετοί φτιάχνονται σε τεράστια ποικιλία σχημάτων. Παραδοσιακό σχήμα στην Ελλάδα είναι αυτό με τον εξάγωνο σκελετό.

          Έθιμο για μικρά και μεγάλα παιδιά, ο χαρταετός «προσφέρει» με τις τρελές και απίθανες πτήσεις του μοναδικές στιγμές χαράς. Πώς όμως ξετυλίγεται  το σχοινί...  της ιστορίας του χαρταετού;

          Όλοι συμφωνούν πως οι χαρταετοί είναι επινόηση των ανατολικών λαών (Κινέζοι, Ιάπωνες κ.λπ.), όμως αν θέλουμε να βρούμε ποιος χρησιμοποίησε τους αετούς σαν πτητικές μηχανές θα πρέπει να γυρίσουμε στον 4ο αιώνα όταν ο φιλόσοφος, μαθηματικός, αστρονόμος και πολιτικός Αρχύτας, από τον Τάραντα της Σικελίας, εφηύρε την πρώτη πτητική μηχανή τη λεγόμενη «περιστερά του Αρχύτα». Ήταν ένα ξύλινο ομοίωμα πουλιού που πετούσε με την επενέργεια του βάρους που ήταν αναρτημένο σε τροχαλία και πεπιεσμένου αέρα που διέφευγε από μία σχισμή.

          Οι αετοί της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα ήταν κατασκευασμένοι πιθανότατα από πανί, ενώ οι πρώτοι χαρταετοί αναφέρονται το 1450 στη Γερμανία και το 1606 στην Ισπανία, σε ημερολόγιο κληρικού ως παιχνίδι χαράς την ημέρα του Πάσχα.

          Από την Ευρώπη, οι χαρταετοί πέρασαν από λιμάνι σε λιμάνι και έφθασαν πρώτα στη Σμύρνη, στη Χίο και στην Κωνσταντινούπολη, για να συνεχίσουν στα Επτάνησα, την Πάτρα, τη Σύρο και έπειτα σε όλη την Ελλάδα. Ανάλογα με την περιοχή, είχαν και μία ονομασία. Οι Σμυρνιοί τούς έλεγαν «τσερκένια», οι Κωνσταντινουπολίτες «ουτσουρμάδε»ς, οι Πόντιοι «πουλία», οι Θρακιώτες «πετάκια», οι Επτανήσιοι «φυσούνες». Σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, οι χαρταετοί ονομάζονταν «αστέρια», «ψαλίδες», «φωτοστέφανα», στη Ν. Βύσσα «ασυρμάδες»,  κ.ά.


ΤΟ ΑΝΑΜΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

 


Ένα παιδί πηδάει χαρούμενο πάνω από τη φωτιά.

          
 Το άναμμα της φωτιάς κατά την περίοδο της αποκριάς, όπως υποστηρίζει η Λαογραφία, στηρίζεται στη μαγική δύναμη της φωτιάς κι έχει σχέση με τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη στην ανοιξιάτικη περίοδο. Η φωτιά, όπως πίστευαν παλιά, έδιωχνε τα βλαπτικά πνεύματα και γινόταν έτσι ένα είδος κάθαρσης ενόψει της νέας παραγωγικής περιόδου, γιατί οι αποκριές συμπίπτουν με το τέλος του Χειμώνα και την αρχή της Άνοιξης, όπου η φύση αναζωογονείται και ανασταίνεται. Ακόμα και το πήδημα της φωτιάς από τους συγκεντρωμένους είχε συμβολικό χαρακτήρα. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι όλα τα κακά και δυσάρεστα, καθώς καίγονται, από τη φωτιά, εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε άλλα ευχάριστα γεγονότα.
 
Βυσσιώτισσες με την πανέμορφη τοπική τους ενδυμασία
χορεύουν, σκορπώντας τη χαρά και την αγαλλίαση.
Αποκριά σημαίνει απόδραση από την καθημερινότητα,
στη σάτιρα, στο γέλιο και στη χαρά.


ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ  ΣΤΗ Ν. ΒΥΣΣΑ  

Η ΄΄Αποκρά΄΄ στη Ν. Βύσσα.

 

Τα παιδάκια αυτά  απολαμβάνουν την μεταμφίεσή τους.
          Η Ν. Βύσσα είναι μια κωμόπολη που οι παλιότεροι στην περιοχή Ορεστιάδας ήξεραν ως μια κατεξοχήν παραδοσιακή κοινωνία. Οι χαρακτηριστικές παραδοσιακές φορεσιές τους, οι παραδοσιακές γεωργικές ενασχολήσεις με τα ΄΄φκάλια΄΄( σκούπες), τις πατάτες και τα σκόρδα, η παραδοσιακή βόλτα στο ΄΄σταθμό΄΄ και στην ΄΄πλατέα΄΄, οι παραδοσιακοί χαρακτηριστικοί χοροί, όπως ο ΄΄κουτσός΄΄ και η ΄΄κασαπιά΄΄, ο ΄΄Μπέης΄΄ και η παλαίστρα και ένα άλλο πλήθος τοπικών παραδοσιακών εθίμων, είχαν ως επακόλουθο να ξεχωρίζουν οι Βυσσιώτες από τους άλλους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Αν συνυπολογίσουμε την ΄΄βυσσιώτικη ντοπιολαλιά΄΄ με τη χαρακτηριστική προφορά και το πλήθος των αρχαιολληνικών της λέξεων, μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε ότι στην κωμόπολη αυτή κρύβεται ένας πλούτος λαογραφικών θησαυρών, που ακόμα δεν έχει ΄΄αλιευθεί΄΄ στο βαθμό που θα έπρεπε.  

          Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία περιδιάβαση στα εντυπωσιακά έθιμα της ΄΄Αποκράς΄΄ στη Ν. Βύσσα και να γνωρίσουμε τα σχετικά μ’ αυτήν την λυτρωτική γιορτή παραδοσιακά δρώμενα, κυρίως στα παλιότερα χρόνια.


Τα καρναβάλια στη Ν. Βύσσα
          Τα ΄΄καρναβάλια ΄΄ προσδιορίζονταν στη Ν. Βύσσα κατά την περίοδο των τριών εβδομάδων πριν από την ΄΄Καθαρά Δευτέρα΄΄. Στο διάστημα αυτό , τα παιδιά κυρίως της σχολικής αλλά και της μετασχολικής ηλικίας και αποκλειστικά αγόρια, ντύνονταν καρναβάλια. Όταν έλεγαν ότι θα έρθουν τα καρναβάλια, εννοούσαν ότι θα έρθει η χρονική στιγμή που θα μπορούν να μεταμφιεστούν, να ΄΄γίνουν καρναβάλια΄΄.

          Η μεταμφίεση αυτή γινόταν με πρόχειρα μέσα, χωρίς να αγοραστεί τίποτα, αλλά μόνο από τα υπάρχοντα του σπιτιού. Έτσι έφτιαχναν μάσκα από χαρτί, όχι χαρτόνι διότι δεν υπήρχε άφθονο εκείνη την εποχή, αλλά απλό ψιλό χαρτί από το μπακάλη ή ακόμα και από τα παλιά γραμμένα τετράδια του σχολείου. Όπως καταλαβαίνετε μια τέτοια μάσκα  ήταν πολύ εύκολο να καταστραφεί. Προς αποφυγήν αυτού του κινδύνου, πάρα πολλά παιδιά έπαιρναν ΄΄μουντζούρα΄΄  (=φούμο) από το καζάνι ή από το τζάκι και ΄΄μουντζούρωναν΄΄ το πρόσωπό τους. Έτσι  μεταμφιέζονταν σε ΄΄αράπη΄΄ αλλά και δεν αναγνωριζόταν το πρόσωπό τους.

Ζευγάρι μεταμφιεσμένων.
  

           Η πιο πρακτική, χωρίς μουντζούρες αλλά και ανέξοδη μάσκα ήταν το σκέπασμα του προσώπου με το ΄΄τσιμπέρι΄΄ (=κεφαλόδεσμο) της μητέρας. Αυτό το ΄΄τσιμπέρι΄΄ ήταν από ημιδιαφανές ύφασμα, μαύρο ή άσπρο, επέτρεπε στον μεταμφιεσθέντα να διακρίνει, θαμπά είναι αλήθεια, τον περίγυρο, χωρίς να γίνει αντιληπτό το πρόσωπό του.  Αργότερα εμφανίστηκαν χάρτινες μάσκες τις οποίες πωλούσαν σχεδόν όλα τα ΄΄μπακάλ’κα΄΄ (=παντοπωλεία) του χωριού μας.

          Η ενδυμασία των καρναβαλιών ήταν κάποια παλιά φούστα της μητέρας, κάποιο παλιό ΄΄σιαλβάρι΄΄ (=παραδοσιακό παντελόνι) του παππού, ή κάποια παλιά φανέλα του πατέρα. Όλα αυτά απέβλεπαν σ’ ένα σκοπό, που ήταν ο σημαντικότερος: Να μην καταλάβουν οι άλλοι ποιο είναι το άτομο που είναι ντυμένο καρναβάλι. Όσο πιο περίτεχνη και μη αναγνωρίσιμη ήταν η μεταμφίεση, τόσο πιο πετυχημένο θεωρούταν το καρναβάλι.

          Η παρουσίαση των καρναβαλιών γινόταν λίγο πριν να βραδιάσει και κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Συγκεντρώνονταν τα παιδιά στους χώρους παιχνιδιών και κυρίως στις πλατείες κι εκεί επιδίδονταν σε διάφορα παιχνίδια, προσπαθώντας να μαντέψουν ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των καρναβαλιών. Επίσης έπαιζαν και πολλά παιχνίδια, που εξαιτίας της ανωνυμίας που πρόσφερε η μεταμφίεση, ήταν σατιρικού ή σκωπτικού περιεχομένου. Στο τέλος βέβαια, μη αντέχοντας σε τέτοιου είδους περιοριστικού μασκαρέματος, ΄΄πετούσαν τις μάσκες΄΄ και επιδίδονταν στα ξέφρενα παιχνίδια εκείνης της εποχής.

          Οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτό διασκεδαστικό δρώμενο. Έτσι ντύνονταν κι αυτοί καρναβάλια, κατά προτίμηση οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και οι γυναίκες σε άντρες. Σχημάτιζαν παρέες των δύο, τριών ή τεσσάρων ατόμων και επισκέπτονταν τα σπίτια όχι μόνο γνωστών αλλά και αγνώστων, κάτι που πετύχαιναν λόγω της ανωνυμίας της μεταμφίεσης. Χτυπούσαν την πόρτα και έλεγαν να τους ανοίξουν. Εδώ, επειδή κατά κανόνα η επίσκεψη γινόταν τη νύχτα, η ανταπόκριση ήταν πολλές φορές θετική αλλά και πολλές φορές αρνητική, κυρίως όταν έλειπε ο νοικοκύρης, οπότε φοβούνταν οι γυναίκες να ανοίξουν.

          Μπαίνοντας μέσα έπρεπε να βάλουν τα δυνατά τους τα καρναβάλια για να μπορέσουν προξενήσουν το γέλιο. Έκαναν διάφορε κινήσεις με υπονοούμενα, με τη φωνή τους, χόρευαν, τραγουδούσαν, φοβέριζαν και ότι τέλος πάντων επινοούσαν για να μπορέσουν να διασκεδάσουν τους ένοικους. Η νοικοκυρά τους πρόσφερε ότι είχε, γλυκό, καρύδια, κάστανα, σύκα, τους κερνούσε με την ΄΄καντηλούδα΄΄ (=μικρό ποτήρι κρασιού) ότι ποτό υπήρχε και λίγο πριν την αποχώρηση, τις περισσότερες φορές ΄΄πέφτανε οι μάσκες΄΄, γιατί ήταν γνωστοί και ήθελαν να κοινοποιήσουν την παρουσία τους. Έτσι φανερώνονταν και με επιφωνήματα θαυμασμού και επαίνους για το καταπληκτικό της ΄΄παράστασης΄΄, καληνυχτίζονταν για να πάνε και σε άλλους γνωστούς επίσκεψη. 

΄΄Ασυρμάς΄΄ (=χαρταετός) στη Ν. Βύσσα



Παιδιά πετούν τους  ασυρμάδες τους
έξω από το χωριό.


      Τον χαρταετό στη Ν. Βύσσα το λέμε ΄΄Ασυρμά΄΄, δηλαδή αυτός που είναι χωρίς σύρμα, ασύρματη κατασκευή. Αυτό είναι μια πραγματικότητα, γιατί ο χαρταετός πετάει ψηλά στον ουρανό, χωρίς να συγκρατείται από σύρμα, αλλά μόνον από ένα σχοινί.

          Από καιρό πριν στο χωριό μας ετοιμάζαμε τα υλικά για να κατασκευάσουμε τον ΄΄ασυρμά΄΄. Το πιο απαραίτητο και ίσως δισεύρητο υλικό ήταν το σχοινί. Έπρεπε να βρεθεί ΄΄μιτάρ(ι)΄΄ (από το αρχαίο μίτος κλωστή). Το ΄΄μιτάρ(ι)΄΄ ήταν μια πολύ γερή κλωστή που χρησιμοποιούνταν από τις υφάντριες για την κατασκευή των ΄΄μιταριών΄΄. Τα ΄΄μιτάρια΄΄ ήταν κλωστές σε κατάλληλη περίτεχνη κατασκευή από την οποία περνούσαν οι κλωστές στον αργαλειό. Αυτή λοιπόν η δυνατή και ανθεκτική κλωστή ήταν κατάλληλη για τη συγκράτηση του χαρταετού και υπήρχε ως περίσσευμα από την κατασκευή των ΄΄μιταριών΄΄ σε αρκετά σπίτια. Άλλοι πάλι θα έπρεπε να εξοικονομήσουν χρήματα για να αγοράσουν ΄΄σιουτζιούμ(ι)΄΄, δηλαδή κλωστή ανθεκτική από καννάβι.

           Έβρισκαν χαρτί από εφημερίδες ή από χαρτιά περιτυλίγματος, που στην περίπτωση αυτή ήταν και χρωματιστό. Για την κατασκευή του σκελετού χρειάζονταν ΄΄καλάμια΄΄ από μασουριές, που τέτοιες μασουριές βρίσκονταν στα κανάλια που υπήρχαν στο χωριό μας. Από εκεί και πέρα, φτάνουμε στο τελευταίο και πιο σημαντικό στάδιο της κατασκευής του ΄΄ασυρμά΄΄.  Έπαιρναν αλεύρι, το έκαμναν ζυμάρι και το χρησιμοποιούσαν ως κόλλα. Έδεναν τα καλάμια μεταξύ τους για να σχηματιστεί κανονικό εξάγωνο και πάνω κολλούσαν το χαρτί με το ζυμάρι. Πίσω έδεναν την ουρά με σχοινί, φορτωμένο από πολλά μικρά χαρτάκια για να είναι φουντωτή και σε ανάλογο μάκρος με το μέγεθος του ΄΄ασυρμά΄΄.
 

Χαρταετός ψηλά στον ουρανό!
 

           Όλα αυτά ήταν έτοιμα και την ΄΄Καθαρά Δευτέρα΄΄ συγκεντρώνονταν έξω από το χωριό, κυρίως στα ΄΄αλώνια΄΄. Εκεί ανάλογα και με τις καιρικές συνθήκες, έβλεπες προσπάθειες επιτυχημένες ή αποτυχημένες για το πέταγμα του χαρταετού. Οι χειριστές των χαρταετών συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα πετάξει πιο ψηλά τον ΄΄ασυρμά΄΄ του από τους άλλους. Πλήθος μικρότερων παιδιών αλλά και άλλων που δεν μπόρεσαν να κατασκευάσουν ΄΄ασυρμά΄΄ παρακολουθούσαν τα δρώμενα. Χαρά μεγάλη για τους μικρότερους ήταν να μας δώσουν να κρατήσουμε τον ΄΄ασυρμά΄΄, φροντίζοντας παράλληλα να μην παρασυρθούμε από τη μεγάλη δύναμη του αέρα και μας ξεφύγει . Υπήρχαν περιπτώσεις που το σχοινί το έκοβε ο δυνατός αέρας και ο ΄΄ασυρμάς΄΄ ταξίδευε πολύ ψηλά προς τα ουράνια ή κατευθυνόταν προς κάποια στέγη κάποιου κοντινού σπιτιού, ενώ έτρεχε από πίσω ο ιδιοκτήτης του για να τον περισυλλέξει και να τον ξαναπετάξει.
          Με τον ΄΄ασυρμά΄΄ στέλναμε και ΄΄τηλεγραφήματα΄΄: Ένα μικρό χαρτάκι, σχισμένο από κάποιο τετράδιο, πάνω στο οποίο έγραφαν μια φράση, ΄΄καλό ταξίδι΄΄, ΄΄είμαι ο πρώτος΄΄,΄΄γειάσου Ελένη΄΄, ότι τέλος πάντων μπορούσε να επινοήσει εκείνη τη στιγμή ο καθένας, περνούσε από μια τρύπα που του έκαναν στο σχοινί  και καθώς με τις κινήσεις τραβούσαν και ΄΄απολνούσαν΄΄ (=αμολούσαν) το σχοινί, αυτό σιγά σιγά ανέβαινε, μετά έβαζαν και άλλο και μετά άλλο΄΄ τηλεγράφημα΄΄.

          Πολλές φορές, λόγω του ότι η ΄΄Καθαρά Δευτέρα΄΄είναι πάντα το Χειμώνα, οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς, με κρύο, βροχή, ομίχλη κ.λ.π.. Αυτό όμως δεν πτοούσε του ΄΄ασυρματιστές΄΄ που επιδίδονταν με ζήλο στο πέταγμα του ΄΄ασυρμά΄΄.

          Αργά το βράδυ, όταν οι περισσότεροι ΄΄ασυρμάδες ΄΄ είχαν διαλυθεί από το μεταξύ τους μπλέξιμο, το κόψιμο του σχοινιού  ή από την καταστροφή του δυνατού αγέρα, έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού, παγωμένοι, ίσως βρεγμένοι  μα και πολύ πολύ ευτυχισμένοι!!!


Το κρέμασμα του χαλβά στη Ν. Βύσσα

 

           
 
Οι μέντες που λαχταρούσαν τα παιδιά τα παλιά χρόνια.

Τα παιδιά στα παλιά χρόνια, στη δεκαετία του 50 ας πούμε, δεν είχαν και πολλές επιλογές στην απόλαυση γλυκισμάτων. Κυκλοφορούσαν διάφορες καραμέλες, όπως ΄΄οι γαλατένιεις΄΄, γιατί είχαν γεύση γάλακτος και οι ΄΄μέντεις΄΄, σκληρές καραμέλες που υπάρχουν και σήμερα. Αυτές αγοράζονταν από τα παιδιά με αντίτιμο μισής ή μιας δραχμής. Ο  ΄΄μπακάλ’ς΄΄ έπαιρνε ένα κομμάτι χαρτί από εφημερίδα και τυλίγοντάς το περίτεχνα έφτιαχνε μια σακούλα μυτερή και μετρούσε τις πέντε ή δέκα καραμέλες, κάτω από το άγρυπνο μάτι του επιβλέποντος παιδιού, για να μη γίνει λάθος στην καταμέτρηση. Γιατί ως γνωστόν , ΄΄ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου΄΄.

          Άλλο  γλύκισμα ήταν τα ΄΄τσιμπούκια΄΄ που ήταν καραμέλες σκληρές μήκους περίπου 20 εκατοστών και αγοράζονταν από τα παιδιά. Αγαπητό γλύκισμα ήταν και τα ΄΄πιτειναρούδια΄΄, γλειφιτζούρια με μορφή πετεινού που τα πωλούσαν οι μπακάληδες. 

 Παραδοσιακός εκλεκτός χαλβάς Θράκης.
Όταν πάλι το επέτρεπε η οικονομική κατάσταση, αγόραζαν χαλβά και τον έτρωγαν με το ψωμί. Όταν δεν υπήρχαν χρήματα αλλά και όταν από το σπίτι απουσίαζαν οι γονείς στις αγροτικές τους ασχολίες και δεν υπήρχε φαγητό, έκοβαν τα παιδιά μια φέτα ψωμί, την πότιζαν με λίγο νερό και έριχναν επάνω της ζάχαρη. Αυτό ήταν γλυκό αλλά και συνηθισμένο μεσημεριανό φαγητό πολλών παιδιών .

          Κατά το διάστημα της ΄΄Αποκράς΄΄, όσο και κατά την ΄΄Σαρακοστή΄΄, έκαναν την εμφάνισή τους στα ΄΄μπακάλ’κα΄΄ και οι ΄΄πιτούδεις χαλβά΄΄. Ήταν σκληρός χαλβάς επικαλυμμένος με σησάμι και πωλιόταν  με την οκά. Αυτός ο χαλβάς κυκλοφορεί μέχρι και σήμερα και εμφανίζεται στα σημερινά καταστήματα πωλήσεων κατά το διάστημα της Αποκριάς. 
 
  
Ποιο τυχερό παιδί θα τον δαγκώσει το χαλβά;


          Την Κυριακή της Αποκριάς, έπαιρναν  μια ΄΄πιτούδα χαλβά΄΄, του έκαναν μια τρύπα και με ένα δυνατό σπάγγο που το έλεγαν ΄΄σιουτζιούμ(ι)΄΄ τον κρεμούσαν στο ταβάνι. Συγκεντρώνονταν τα παιδιά από κάτω και κρατούσαν τα χέρια τους πίσω από τη μέση τους. Ένας μεγάλος γύριζε το χαλβά γύρω από τα κεφάλια των παιδιών και αυτά προσπαθούσαν να τον αρπάξουν με τα δόντια τους. Στην προσπάθειά τους αυτή πολλές φορές τους ξέφευγε ΄΄παρά τρίχα΄΄ από το στόμα τους, ξαναπροσπαθούσαν, μερικές φορές συγκρούονταν και τα κεφάλια τους και δεν σταματούσαν μέχρι που κάποιος τυχερός να αρπάξει τον χαλβά και να τον καταβροχθίσει λαίμαργα. Όλα αυτά γίνονταν κάτω από τα πολλά και ασυγκράτητα γέλια όχι μόνο των παιδιών αλλά και όλων των παρευρισκομένων. Φυσικά στο τέλος προσέφεραν σ’ όλους χαλβά με το νικητή να έχει φάει μία ΄΄πιτούδα΄΄ παραπάνω αλλά και να θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς.





΄΄Σάντα Μαρία΄΄ στη Ν. Βύσσα

Σ ά ν τ α    Μ α ρ ί α    τ η ν  Α π ο κ ρ ά

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Φαρμακίδη΄΄ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΑ   ΧΡΟΝΙΑ΄΄

Από ένα παιδί στο χωριό Ν.  Βύσσα στα χρόνια 1955- 1962 )





  Το καράβι ΄΄ΣΑΝΤΑ ΜΑΡΙΑ΄΄ ήρθε στην Ορεστιάδα το 1960 και άφησε καταπληκτικές εντυπώσεις στο πλήθος του κόσμου που ακολουθούσε κατά την περιφορά του.


....Φτάσαμε και στην Κυριακή της ΄΄Αποκράς΄΄. Κάθομαι στο  σπίτι και περνώ την ώρα μου με διάφορα παιχνίδια. Ακούω από μακριά έναν ακαθόριστο θόρυβο, σκυλιά να ΄΄γκαβίζουν΄΄ και φωνές  να ακούγονται. Σε ελάχιστο χρόνο βρίσκομαι στο μέρος απ’ το οποίο προέρχεται ο θόρυβος. Από αυτά που βλέπω μένω με ανοιχτό το στόμα.

    Μπροστά μας βρίσκεται ένα καράβι, ένα ολοζώντανο αληθινό καράβι που προχωρά στο...δρόμο! Προσπαθώ να καταλάβω μα δεν τα καταφέρνω. Κόσμος  πολύς είναι γύρω γύρω και ακολουθούν την πορεία του και αυτή τη φορά, όχι μόνο παιδιά, όπως γίνεται τις πιο πολλές φορές, αλλά και πολλοί μεγάλοι. Χώνομαι ανάμεσα στο πλήθος, σπρώχνοντας κατά μη επιτρεπτό τρόπο και βρίσκομαι δίπλα στο καράβι. Έχει ωραία χρώματα και στο πλάι μεγάλα γράμματα που γράφουν το όνομά του: ΄΄Σάντα Μαρία΄΄. Έχει κατάρτια και πανιά και πάνω στο κατάστρωμα βρίσκεται ένας καπετάνιος με άσπρα ρούχα ντυμένος και με καπέλο. Κάποια στιγμή μάλιστα πέταξε ο καπετάνιος και ΄΄μέντες΄΄. Έγινε χαμός με τα παιδιά για το ποιος θα πάρει τις καραμέλες.

   Ο καπετάνιος με τα κάτασπρα ρούχα και τα πολλά σιρίτια σηκώνει το δεξί του χέρι και με τρανταχτή φωνή διατάζει:

    - Έλα οι ναύτεις ούλ(οι) στη θέση  τ’ς. Το ναυτόπουλο ν’ ανεβεί  στις τριχές  και να δέσ(ει) του κουντάρ(ι). Ένα- δύο-  τρία, ούλ(οι) μι  πιρ’σσή προυσουχή, δώστει απάντηση.

     -Μάλιστα καπητάνιου.

     -Όβερ κάπταιν.

     -Όπως διάταξεις καπητάνιου.

     -Αέρας φυσάει κανουνικά  απ’ του Τεπελέν(ι).

      -Όρτσα τις τριχιές αγλήουρα πηδιά.

Θαυμάζω την υπακοή τους, τη γρηγοράδα και την ετοιμότητά τους, καθώς και τις  ξένες γλώσσες που μιλούν. Γιατί για μας τα παιδιά οι κάποιες άγνωστες λέξεις που φωνάζουν είναι  ένδειξη μεγάλης …γλωσσομάθειας!

   Αργά αργά το καράβι γυρίζει σ’ όλο το χωριό, όπως ο Μπέης και οι άνθρωποι βγαίνουν να το θαυμάσουν. Πάρα πολλοί προστίθενται στην κουστωδία και έτσι η παρέα μεγαλώνει πάρα πολύ. Γέλια, φωνές, πειράγματα, ανάμεικτα με τα ΄΄μαντάρια΄΄*(=βεγγαλικά που κάνουν θόρυβο) που σκάζουν τα παιδιά, δημιουργούν μια ευχάριστη και διασκεδαστική ατμόσφαιρα. Το ΄΄Σάντα Μαρία΄΄ περιφέρεται αργά και σταθερά σχεδόν σ’ όλες τις γειτονιές του χωριού. Αποχωρούμε κατά το απογευματάκι, χαρούμενοι και κατευχαριστημένοι, ενώ το καράβι πάει ν’ αράξει στο ΄΄απάνεμο λιμάνι΄΄ της αυλής, όπου και θα διαλυθεί ΄΄εις τα εξ ών συνετέθη΄΄.   

   Τις επόμενες ημέρες η συζήτηση  είναι για το πώς ο Μουτιός του Φουρλίκα μαζί με τον Θανάσ(η) τον Ντεμερντισλή κατά-σκεύασαν τη ΄΄Σάντα Μαρία΄΄, καθώς και το πώς μπόρεσαν να κρατήσουν το μυστικό της κατασκευής αυτού του σπουδαίου καραβιού ως την΄΄ Αποκρά΄΄. Ένα ερώτημα που μπήκε και πολύ συζητήθηκε ήταν, τι είναι τέλος πάντων αυτή η ΄΄Σάντα Μαρία΄΄ που το όνομά της το δώσανε στο καρναβαλίστικο καράβι;

     Το βράδυ στη ΄΄λόντζια΄΄ των γυναικών, αφού έγινε λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα, συζητήθηκε και το επίμαχο ερώτημα:

    -Μουρ’ ξέρ(ει) καμιά σας να μοι πει, τι ήταν αυτή η Σάντα Μαρία;

    -Πού να του ξέρουμει, πάντους θα ήταν σπουδαίου καράβ(ι).

    -Μήπους ήταν της Δόμνας Βισβίζη που έκαναμει στου σκουλειό, που πουλέμ’σει τους Τούρκους;

    -Μπα, λάθους κάμ’ς. Το ’λε’αν  Καλομοίρα. Του παίξαμει κι διάλουγου στου σκουλειό  κι του θυμάμει καλά.

    -Τότι να μην ήταν του καράβ(ι) της Μπουμπουλίνας, που έκαναμει στου σκουλειό στην ιστορία;

    -Μουρ’ γω άκ’σα πως ήταν ένα καράβ(ι) μι το οποίο ταξίδιψαν και πή’αν και  ήβραν την Αμερική.

    -Καμιά μας δεν ξέρ(ει) την αλήθεια. Θα πρέπ(ει) να ρουτήξουμει κανένα δάσκαλου. Αυτοί μονάχα θα ξέρουν…



΄΄Τζιαμάλες΄΄ στη Ν. Βύσσα

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Φαρμακίδη΄΄ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΑ   ΧΡΟΝΙΑ΄΄

Από ένα παιδί στο χωριό Ν.  Βύσσα στα χρόνια 1955- 1962 )

Φοβερό πήδημα πάνω απ' τη τζιαμάλα!

....Το βράδυ πήγαμε στο ΄΄πηγάδι τ’ Αγόρ(η)΄΄όπου άναψαν μια τρανή ΄΄τζιαμάλα΄΄(=μεγάλη φωτιά).Πολύς κόσμος είναι συγκεντρωμένος γύρω απ’ τη φωτιά. Το ψιλό κρύο που επικρατεί αυτήν την εποχή, κάνει τη ζεστασιά της πιο ευχάριστη. Σε λίγο αρχίζουν να πηδούν πάνω απ’ τη μεγάλη φωτιά .Στην αρχή οι άντρες, που μπορούν και κάνουν μεγάλα πηδήματα και ακολουθούν οι γυναίκες με τις μεγάλες φουστάρες τους. Καθώς πηδούν φωνάζουν κι ένα στίχο που λέει κι αυτά τα λόγια:

    -Χαϊνιά μ’ κουραδιά μ’.

Είναι μια επίκληση, ένα είδος υπόσχεσης, ότι θα πετάξουν από πάνω τους  την τεμπελιά που τους χαρακτήριζε κατά τη διάρκεια του Χειμώνα και με τον ερχομό της Άνοιξης θα επιδοθούν με ζήλο στις πολλές γεωργικές εργασίες που τους περιμένουν.,



Όταν η φωτιά ξεφουντώνει και το  ενδιαφέρον των μεγάλων λιγοστεύει, έρχεται η σειρά μας. Εμείς τα παιδιά περνάμε και ξαναπερνάμε, χτυπάμε τη φωτιά, γεμίζουμε στάχτες, κάποιοι καίγονται και από τις ΄΄σκαντζιλίτρες΄΄ (=σπίθες) που πετάγονται. Όμως ποιος δίνει σημασία τώρα σ’ αυτά. Η χαρά μας είναι τόσο μεγάλη!
  


΄΄Σχουρμένα΄΄ στη Ν. Βύσσα

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Φαρμακίδη΄΄ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΑ   ΧΡΟΝΙΑ΄΄

Από ένα παιδί στο χωριό Ν.  Βύσσα στα χρόνια 1955- 1962 )



....Το βράδυ της Αποκριάς είναι αφιερωμένο στην ΄΄άφεση των αμαρτιών΄΄. Οι συγγενείς ανταλλάσσουν επισκέψεις και μεταξύ τους ΄΄σ’χωρνούνται΄΄(=συχωρούνται). Συνήθως οι μικρότεροι πηγαίνουν προς τους μεγαλύτερους και φιλούν το χέρι των γεροντότερων. Έχθρες , τσακωμοί, αλληλοκατηγορίες, ακόμη και αξιόποινες πράξεις, διαγράφονται ΄΄εν μια νυκτί΄΄ χάριν αυτού του πατροπαράδοτου εθίμου. Αντί του συνηθισμένου χαιρετισμού, καλημέρα, ειδικά γι’ αυτήν την μέρα, ακούς παντού ΄΄σ’χωρμένα΄΄.

Είναι ήδη από πολλή ώρα νύχτα και καθόμαστε μέσα στο σπίτι περιμένοντας. Η σόμπα μας αργοκαίει τα ΄΄κουτούκια΄΄ (=κούτσουρα) που κατά διαστήματα την τροφοδοτούμε, εξαφανίζοντας το τσουχτερό κρύο και δημιουργώντας μια ζεστασιά και μια θαλπωρή, που μας φέρνει μια γλυκιά νύστα. Η μάνα μας

προσπαθεί να μας κρατήσει ξυπνητούς, λέγοντάς μας διάφορες ιστορίες, σε μορφή μονόλογου.

    -Κουκόνα (=συννυφάδα) πού είστει, ανοίξτει.

    -Έρχουμει νυφούδα να σ’ ανοίξου.

Στην πραγματικότητα η πόρτα είναι ανοιχτή και η μάνα μου πήγε για να την υποδεχτεί. Είναι η θεία μας η Συρμάδινα και έρχεται όπως κάθε χρόνο, τηρώντας το έθιμο.

    -Άιντει σχουρμένα κουκόνα.

Λέγοντας αυτά τα λόγια σκύβει και της φιλάει το χέρι.

    -Σχουρμένα νυφούδα κι όλ(οι) γηροί.

Έρχεται η σειρά μας. Πηγαίνουμε και φιλούμε το χέρι της θείας μας, εισπράττοντας και την συγχώρεση των αμαρτιών μας. Ακολουθεί το ΄΄φίλεμα΄΄(=παράθεση τραπεζιού) ως επισφράγιση της ΄΄νίψης των ανομημάτων΄΄.


΄΄Μπέης΄΄ στη Ν. Βύσσα




Ο Μπέης από τον τενεκέ πετάει σπόρους ενώ διακρίνεται
 το κομπολόι του και η τουπούζα του.


          Το έθιμο του ΄΄Μπέη΄΄ γίνεται στη Ν. Βύσσα, όπως και σε πολλά άλλα χωριά της περιοχής Ορεστιάδας, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις ως προς τα δρώμενα. Όπως  λέει και το όνομά του, το κύριο πρόσωπο ήταν ο Μπέης, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν ένας ανώτερος στρατιωτικός ή πολιτικός διοικητής μιας ορισμένης περιοχής. Ως εκ της θέσεώς του λοιπόν κατείχε οικονομική και διοικητική δύναμη, που μερικές φορές εκδηλωνόταν και ως ΄΄απολυταρχική εξουσία΄΄. Κατά συνέπεια τον υπολόγιζαν, τον φοβόταν και υπάκουαν  στις εντολές του οι υπήκοοι.

          Οι κάτοικοι λοιπόν, με το έθιμο αυτό αναπαράστασης της εξουσίας του Μπέη, αφενός κολάκευαν την φιλαρέσκεια και την επιβαλλόμενη δύναμη των κατακτητών και αφετέρου περνούσαν τα δικά τους μηνύματα και τις δικές τους κοινωνικές παρεμβάσεις με τρόπο διασκεδαστικό και διακωμωδούσαν τις ακρότητες των Τούρκων. Είναι γνωστό ότι από την οικονομική ενίσχυση που εισέπρατταν από τους κατοίκους, όχι μόνο κάλυπταν τα έξοδά τους αλλά βοηθούσαν και αναξιοπαθούντες συντοπίτες τους.

          Ο Μπέης, ως ένας τέτοιος σπουδαίος άρχοντας είχε και την κατάλληλη αμφίεση. Φορούσε μια χοντρή αριστοκρατική γούνα και στο κεφάλι ένα καπέλο από καλάθι , κωνικού σχήματος. Στο χέρι του κρατούσε ένα κομπολόι, του οποίου οι χάντρες ήταν ξύλινες και τεράστιες, μεγέθους ενός αυγού η καθεμιά. Προς επιβολή της διοικητικής, οικονομικής αλλά και δικαστικής του εξουσίας, κρατούσε στο χέρι και μια ΄΄τοπούζα΄΄. Ήταν ένα ξύλο, μήκους περίπου μισού μέτρου που στο ένα άκρο του κατέληγε σε σφαιρικό εξόγκωμα, ούτως ώστε, όταν ο Μπέης χτυπήσει κάποιον, να προκαλέσει μεγάλο πόνο.

          Πιστοί ακόλουθοι του Μπέη ήταν οι ΄΄Κοκόνες΄΄. Εδώ αναμιγνύεται το έθιμο από την εποχή της Τουρκοκρατίας με το αρχαιοελληνικό και μάλιστα θρακιώτικο έθιμο του Διόνυσου και των συνοδών του,  που ήταν οι Σάτυροι και οι Σιληνοί. Αυτές οι ΄΄Κοκόνες΄΄ λοιπόν, λέξη που σημαίνει κυρίες καλοντυμένες, ήταν άντρες που μεταμφιέζονταν σε γυναίκες. Φορούσαν γυναικείες φούστες, γυναικείες ζακέτες και στο κεφάλι είχαν τσεμπέρια (=κεφαλόδεσμους). Για να είναι ακόμα πιο προκλητικοί, έβαφαν τα μάγουλά τους με ΄΄κοκκινάδι΄΄ και τοποθετούσαν ψεύτικα γυναικεία στήθη. Αποστολή τους ήταν να εκτελούν πιστά τις εντολές του Μπέη αλλά και να διακωμωδούν διάφορες καταστάσεις, με διάφορα αυτοσχέδια θεατρικά δρώμενα.
 

Αντί για τις αγελάδες με το αμάξι
το Μπέη τον μεταφέρει τώρα τρακτέρ πολλών ίππων. 



          Το Μπέη τον έβαζαν να καθίσει πάνω σ’ ένα ΄΄αμάξι΄΄ (=κάρο) το οποίο έσερναν αγελάδες, τις οποίες για την περίσταση στόλιζαν με ΄΄μουντζιούκια΄΄ (=χάντρες, κυρίως μπλε χρώματος). Έτσι γύριζαν σ’ όλο το χωριό και είχαν τη δυνατότητα να κουβαλούν με το αμάξι και τις διάφορες προσφορές   των κατοίκων με προϊόντα.
         Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, ο Μπέης έδινε διάφορες ευχές για καλή σοδειά και η νοικοκυρά έδινε ένα αυγό, κερνούσε τη συνοδεία με ΄΄ρακί΄΄  και πρόσφερε ό,τι  προϊόντα επιθυμούσε, σιτάρι, καλαμπόκι, αλεύρι, φρουκαλόσπορο, ή ακόμα και χρήματα, κάτι πολύ σπάνιο. Τα προϊόντα αυτά τα πωλούσαν προς ενίσχυση του κοινού τους ταμείου, ενώ τα αυγά τα χρησιμοποιούσαν ως μεζέδες στο βραδινό τους τραπέζι.

          Όταν τελείωνε η επίσκεψη στα σπίτια, κατευθύνονταν σ’ ένα ανοιχτό χώρο, στα ΄΄αλώνια΄΄ ή στο γήπεδο και γινόταν ένα θεατρικό δρώμενο για το όργωμα και τη σπορά . Το αλέτρι το έσερναν, αντί για αγελάδες, δύο από τις ΄΄Κοκόνες΄΄ και ο Μπέης τους κέντριζε με τον ΄΄κάτσιανου΄΄, ένα μακρύ ξύλο.

          Ακολουθούσε η εκλογή του Μπέη για την επόμενη χρονιά. Μέσα σε μια πίτα τοποθετούσαν ένα νόμισμα και μοίραζαν τα κομμάτια στους ενδιαφερόμενους. Σ’ αυτόν που ΄΄έπεφτε΄΄ το νόμισμα ανέθεταν και τα καθήκοντα του νέου Μπέη. Βεβαίως κατά κανόνα είχαν σημαδεμένο το κομμάτι και το πρόσφεραν σ’ αυτόν που ήξεραν ότι μπορεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της διοργάνωσης του δρώμενου του ΄΄Μπέη΄΄. Βασικά προσόντα να είναι καλός νοικοκύρης αλλά και με αίσθηση του χιούμορ για να μπορέσει να διασκεδάσει τον κόσμο, Γιατί ΄΄ Μπέης΄΄ σημαίνει πρώτα απ’ όλα γλέντι, χαρά και γέλιο.

          Κορωνίδα όλων αυτών ήταν ο χορός που ακολουθούσε, με πρώτους τον παλιό και νέο Μπέη και πίσω όλους τους κατοίκους, ως το ηλιοβασίλεμα.

         Ο Μπέης ,ως άρχοντας,σέρνει το χορό.

Η παρέα του Μπέη, όλοι αυτοί που βοήθησαν στην αναπαράσταση του εθίμου, το βράδυ σ’ ένα ΄΄μπακάλ(ι)΄΄ γλεντούσαν ως αργά το βράδυ, σχεδιάζοντας και τις επόμενες ενέργειες. Γιατί μπορεί να τελείωνε το δρώμενο του Μπέη, υπήρχε όμως και συνέχεια με τη διοργάνωση του εθίμου της ΄΄Παλαίστρας΄΄ στη γιορτή του ΄΄Αϊ – Γιώργη΄΄ . Και την υποχρέωση αυτή αναλάμβανε ο Μπέης με την παρέα του.



Ο   Μ π έ η ς

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Φαρμακίδη΄΄ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΑ   ΧΡΟΝΙΑ΄΄

Από ένα παιδί στο χωριό Ν.  Βύσσα στα χρόνια 1955- 1962 )


Η γριά Βυσσιώτισσα μερακλώθηκε και χορεύει με τον Μπέη!



 ......Είναι Δευτέρα, μια εβδομάδα ακριβώς πριν τη Καθαρά Δευτέρα. Μεγάλη αναστάτωση επικρατεί στο χωριό. Σήμερα ένα ερώτημα κυριαρχεί και παράλληλα απαντιέται από στόμα σε στόμα:

   -Μουρ’ ποιος είνει φέτους Μπέης;

   -Μάειρας Μουτιός, αυτός που δουλεύ(ει) στου Μανώλ(η) του μύλου.

   -Α, θα έν(ει) καλός Μπέης. Είναι κολπατζής και καλαμπουρτζής.

    Φυσικά οι ετοιμασίες έγιναν πριν από μέρες. Σήμερα το πρωί από τους πρώτους είμαι κι εγώ από κοντά, καθ’ ότι ο Μπέης δεν είναι άλλος από τον …πατέρα μου. Έτσι έχω έναν πρόσθετο λόγο να παρακολουθήσω τα δρώμενα από κοντά.

     Ένα ΄΄αμάξι΄΄(=κάρο) το σέρνουν υπομονετικά δυο αγελάδες. Λόγω της περίστασης κι αυτές είναι στολισμένες με γαλάζιες χάντρες, τα ΄΄μουντζιούκια΄΄, που κρέμονται από τα κέρατά τους.     
    Πάνω στο αμάξι κάθεται ο Μπέης. Φοράει μια κάπα μάλλινη, χοντρή, αρχοντική. Στο κεφάλι έχει ένα μυτερό καλάθι αντί για  καπέλο. Στα χέρια κρατάει ένα κομπολόι με τεράστιες, σε μέγεθος αυγού, χάντρες. Επίσης κρατάει και την ΄΄τουπούζα΄΄, ένα  ξύλο με ένα εξόγκωμα σφαιρικό στην άκρη, για να δικάζει τους πλούσιους του χωριού.
 

Τα σκόρδα, κατεξοχήν βυσσιώτικο προϊόν, 
δεν μπορεί να λείπει από τον Μπέη.
 

     Οι συνοδοί και προστάτες του Μπέη είναι οι ΄΄Κοκόνες΄΄ (=κυρίες), άντρες μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες, κατά τρόπο αστείο. Φορούν γυναικείες φούστες, τσεμπέρια στο κεφάλι, στήθος από κουρέλια και πολύ ΄΄κοκκινάδι΄΄ για να έχουν κόκκινα μάγουλα. Τα πόδια τους είναι τριχωτά, τα επιδεικνύουν με ζήλο και κάπου κάπου γίνονται τάχατες πιο σεξουαλικά προκλητικοί, σηκώνοντας τη φούστα τους για να φανεί το μακρύ κόκκινο βρακί τους.

    Βέβαια δεν μπορεί να λείπει η μουσική υπόκρουση. Ένας συγχωριανός μας, ο μόνος που ξέρει να παίζει  το παραδοσιακό όργανο της Θράκης, τη γκάιντα, κάθεται καμαρωτά πάνω στο αμάξι και φουσκώνει το όργανό του. Ο κόσμος όσο πάει όλο και πληθαίνει, με πλειοψηφία φυσικά τα παιδιά. Πλησιάζουν σ’ ένα σπίτι.

   -Πιρ’σσά(=πολλά) πουλούδια, μπιμπινούδια (=γαλόπουλα), μουσκαρούδια, φκάλια, καρπούζια, καβούνια(=πεπόνια), καλή γηρουσύν(η) και καλό ΄΄μπιρικέτ(ι)΄΄ (=σοδειά).

   Λέγοντας αυτά κι άλλα παινευτικά λόγια ο Μπέης , σκορπάει με το χέρι του σιτάρι, για να ευοδωθεί η γονιμότητα που εύχεται. Ο νοικοκύρης τότε ,όπως είναι συνήθεια, δίνει αμοιβή σε είδος. Φέρνει με τον τενεκέ σιτάρι. Άλλοι βέβαια δίνουν ΄΄σπόρου΄΄ (=από το σκουπόχορτο), καλαμπόκια, αλεύρι, αυγά και μερικοί πιο πλούσιοι, ένα δεμάτι ΄΄φκάλια΄΄, καθ’ ότι η αξία τους είναι μεγάλη. Υπάρχει η έκφραση ΄΄τα φκάλια είνει λίρα εκατό΄΄ για να φανεί η μεγάλη χρηματική αξία της σκούπας.

    Φυσικά κερνούν με ρακή τον Μπέη και τις Κοκόνες του και καθώς περιφέρονται σ’ όλα τα σπίτια του χωριού και τα κεράσματα συνεχίζονται, επέρχεται και η σχετική επενέργεια της ρακής. Τώρα τα αστεία και τα πειράγματα είναι ακόμα πιο πολλά.
 

   
  Ο Μπέης ΄΄οριοθετεί΄΄ το χώρο του

    Να τώρα οι Κοκόνες πιάνουν έναν πλούσιο νοικοκύρη και τον φέρνουν σηκωτό στον Μπέη. Αυτός παίρνει την τουπούζα κι  αρχίζει τις απειλές.

    -Λέει τι θα μας δώσ(ει)ς.

    -Έναν τενεκέ σπόρου.

    -Δε φτάν(ει),λίγου είνει.

Ταυτόχρονα ΄΄του μπουμπουνάει΄΄ μερικές τουπούζες στις πατούσες του.

    -Οχ ,οχ, έναν τενεκέ στάρ(ι).

    -Τόσου μας έδουσει κι η Παπαδιά (φτωχός ρωμιόγυφτος). Δε φτάν(ει) για σένα.

Πάλι οι τουπούζες πέφτουν.

    -Ένα διμάτ(ι) φκάλια.

    -Α, τώρα μάλιστα .Κάτι γίνητει .Αφήστει τουν να παέν(ει).

Η απελευθέρωση γίνεται κάτω από τα τρανταχτά γέλια  όλων των παρευρισκομένων, μηδέ του ΄΄παθόντος ΄΄εξαιρουμένου.

    Ως αργά το απόγευμα γυρίζουν μέσα στο χωριό ώσπου να περάσουν απ’ όλα τα σπίτια. Οι νοικοκύρηδες περιμένουν τον Μπέη να περάσει, για να  έχουν και φέτος ΄΄καλό μπιρικέτ(ι).΄΄

    Όλη η κουστωδία τώρα κατευθύνεται προς το γήπεδο. Εκεί θα γίνει η τελευταία πράξη της τελετής. Η γκάιντα συνεχίζει να παίζει αλλά τώρα τελείως ξέπνεα, εξαιτίας της κούρασης αλλά και της κατανάλωσης του οινοπνεύματος. Στην αρχή οι Κοκόνες διευθετούν τα πλήθη, ανοίγοντας αρκετό χώρο για να μπορούν να παρακολουθούν όλοι. Μετά  κατευθύνονται προς τον Μπέη και όλες μαζί τον αρπάζουν και τον ρίχνουν κάτω από το αμάξι. Ίσως  είναι η αποκαθήλωση εκ του αξιώματός του.   
   

   Οι Κοκόνες  στο ζυγό σέρνουν την ΄΄παπάρα΄΄

      Μετά σηκώνεται ο Μπέης (ευτυχώς δε  χτύπησε όπως εγώ φοβήθηκα, είναι χαμογελαστός) και πηγαίνει στον ΄΄πλούχο΄΄ (=άροτρο) που είναι έτοιμος για όργωμα, μόνον που αντί να τον σέρνουν αγελάδες, τον σέρνουν δυο παλικάρια. Αρχίζει το εικονικό όργωμα με τον Μπέη να χτυπάει με τουν ΄΄κάτσιανου΄΄  (=μακρύ ξύλο με το οποίο χτυπούν τα ζώα όταν οργώνουν) τα υποζύγια και τα παλικάρια να τρέχουν...οπότε πέφτει κάτω. Ο κόσμος το διασκεδάζει, σηκώνεται πάλι ο Μπέης και αφού αποτελειώνει την εργασία του χωρίς άλλα απρόοπτα, αρχίζει να σπέρνει τώρα ΄΄στιάρι΄΄. Μετά και  τη σπορά αρχίζει ο χορός, με πρώτο να σέρνει το χορό τον Μπέη και να ακολουθούν σχεδόν όλοι οι παριστάμενοι, ενώ η γκάιντα, μόλις που ακούγεται  τώρα και όλοι ακολουθούν τα βήματα του χορού καθοδηγούμενοι όχι τόσο από τη μουσική όσο από τη …συνήθεια!

  
Ο νέος Μπέης για το έτος 2013
φόρεσε από το 2012 τη στολή του. 


Ο κάθε αναγνώστης μπορεί, αν το επιθυμεί, να αντιγράψει κάτι από το παρόν Ιστολόγιο. Θα μας ικανοποιούσε αν ανέφερε ότι η αντιγραφή έγινε από το ιστολόγιο΄΄ΒΥΣΣΑ-ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ-ΠΕΡΙΞ΄΄. Επίσης θα μας βοηθούσε κάθε σχόλιό σας για τη βελτίωση του ιστολογίου.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου