Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΛΑΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΥΣΣΑ (ΠΟΙΗΜΑ)

 

΄΄Λάλημα  για τη Βύσσα΄΄


Της Βύσσας τ’ όμορφο χωριό,
το κοσμοξακουσμένο,
είναι χαρά μου περισσή
τα κάλλη του να ψέλνω.

Έχει σπίτια πανέμορφα,
σχολεία κι εκκλησίες,
τους δρόμους πεντακάθαρους,
καθώς και τις πλατείες.

Χωρίζεται σε δυο χωριά
μ’ ένα μικρό κανάλι,
το Πάνω και Κάτω το χωριό
ενώθηκαν και πάλι.

Το πράσινο είναι πολύ
στους δρόμους και στους κήπους,
οι λεύκες κι ακακίες του
ισκιώνουνε τους τοίχους.



Το ξύπνημα είναι γοργό
και όλους τους καλούνε,
τα πετεινάρια το πρωί
όταν γλυκολαλούνε.

Χελιδονάκια, πελαργοί,
σπουργίτια , γκουγκουχτούρες,
στον καταγάλανο ουρανό
πετούν χωρίς σκοτούρες..

Το αεράκι το δροσερό
το πρόσωπό σου χαϊδεύει,
όταν την όμορφη άνοιξη
το χελιδόνι  μας φέρνει.

Το άρωμα προσφέρουνε
πολλών λογιών  λουλούδια,
τριαντάφυλλα, γαρίφαλα
μενεξέδες και ζουμπούλια.

Οι αγελάδες οι πολλές
που στο χωριό υπήρχαν,
σαν φωτογραφίες αναμνηστικές
μες στο μουσείο μπήκαν.

Πήγαιναν τ’ αμάξια στην ουρά,
στο δρόμο  αραδιασμένα
και μένουν τώρα αχρείαστα,
τελείως  παρατημένα.

Άλλαξαν οι συνήθειες
καθώς τα χρόνια φεύγουν,
αλλά οι Βυσσιώτες οι καλοί
πάντα οι ίδιοι μένουν.

Σε χαιρετάνε ευγενικά,
στο σπίτι σε φιλεύουν,
να νιώθεις φιλοξενούμενος
το μόνο που γυρεύουν.

Την καλοσύνη των ανδρών
και την παλικαριά τους βλέπεις,
όταν στη Βύσσα έρχεσαι
σαν ξένος επισκέπτης.

Τη μηλίνα, την ουσμάνκα ή την τουρσή,
όταν θα δοκιμάσεις,
την τέχνη στη μαγειρική
των γυναικών θαυμάζεις.

Σε κείνο που δεν φτάνονται
κι είναι πραγματικότης,
των Βυσσιωτών το καύχημα
είν’ η  εργατικότης.

Απ’ τα χαράματα στη δουλειά
καθημερινά πηγαίνουν,
γι’ αυτό οι δουλειές τους προχωρούν,
ποτέ πίσω δε μένουν.

Τις πατάτες και τα σκόρδα τους
κυρίως καλλιεργούνε,
τα έξοδα όλης της χρονιάς
να βγάλουν προσπαθούνε.

Τα φκάλια ήταν κάποτε
της Βύσσας ο μέγας  πλούτος ,
όμως η τεχνολογική η πρόοδος
εξαφάνισε το είδος.

Το πανηγύρι της Αγια-Παρασκευής
με λαχτάρα το περιμένουν,
πως είν’ τον Ιούλιο στις είκοσι έξ(ι)
στα γύρο χωριά το ξέρουν.

Μαζεύεται κόσμος πολύς,
τόσος που δε χωράει
στο ξωκλησάκι που απ’ την κορφή
του λόφου μας κοιτάει.

Απ’ τ’ Άγιασμα πίνουν νερό,
αρρώστιες να γιατρέψουν
και είναι φάρμακο αληθινό,
σε όσους το πιστέψουν.

Την εικόνα της Αγια-Παρασκευής
σκύβουν και προσκυνάνε
και αποχωρώντας ευλαβικά
μάτσο βασιλικού κρατάνε.

Χάνεις πολλά επισκέπτη μου
στη Βύσσα αν δεν ήρθες,
γιατί η Βύσσα έβγαλε
και τους Καραθεοδωρήδες.

Στα γράμματα προόδευσαν,
μεγάλοι άνδρες βγήκαν,
ο Στέφανος Καραθεοδωρή
πρώτος απ’ όλους ήταν.

Ο Κωνσταντίνος ως μαθηματικός
υπήρξε τρανή ιδιοφυΐα,
ως και στον Αϊνστάιν τον σοφό
έκανε  διδασκαλία.

Το Γένος Καραθεοδωρή
τίμησε την πατρίδα,
στο υπόδουλο το έθνος μας
διατήρησε την ελπίδα.

Πολλά πρόσφερε η Βύσσα μας
και στου Έθνους τους αγώνες,
τους τιμημένους της νεκρούς
τιμά εις τους αιώνες.

Ο Καραγιώργης  και τ’ αδέρφια του
έγραψαν ιστορία
και τη ζωή τους θυσίασαν
για την ελευθερία.

Το Παλιό Χωριό το φύλαγαν
ως ιερή παρακαταθήκη
κι όμως παραχωρήθηκε
με της Λοζάννης τη Συνθήκη.

Διαταγή τους δόθηκε
πως πρέπει ν’ αποχωρήσουν,
τους τάφους των προγόνων τους
πίσω πρέπει ν’ αφήσουν.

Ετοίμασαν τα πράγματα,
τα φόρτωσαν στα κάρα,
τα σπίτια τους τ ’αφήσανε
με πόνο και μια λαχτάρα

πως θα γυρίσουν γρήγορα
στ’ άγια χώματά τους,
για να τιμήσουνε  ξανά
τα ιερά και τα όσιά τους.

Η προσφυγιά τους έφαγε,
έμεινε ο καημός τους,
ποτέ τους δεν πετύχανε
τον άγιο σκοπό τους.

Τ’ αηδόνια και οι πέρδικες
με πόνο διαλαλάνε,
την πίκρα του ξεριζωμού
για πάντα τραγουδάνε.

Στη νέα πατρίδα έμειναν
και με την πολλή δουλειά τους,
με ίδρωτα κατόρθωσαν
να στήσουν τη φωλιά τους.

Ριζώσανε, προκόψανε,
έφτιαξαν και φαμίλιες,
στα σύνορα της Ελλάδας μας
φυλάνε Θερμοπύλες.

Τον τόπο που με γέννησε,
όσα και να περάσω,
μες στη ζωή την πρόσκαιρη
ποτέ δε θα ξεχάσω.

Θα τραγουδώ περήφανα,
θα λέω με καμάρι
πως είμαι της Βύσσας γέννημα
κι άξιο παλικάρι.

Φαρμακίδης Γιώργος 31-10-2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου